ασκί

ασκί
το бурдюк;

ασκί με κρασί — бурдюк с вином;

§ φουσκωμένο ασκί — хвастун


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ασκί" в других словарях:

  • ασκί — το (AM ἀσκίον) 1. δερμάτινος σάκος, τουλούμι 2. ποσότητα όση χωρά σ ένα ασκί («ένα ασκί κρασί») νεοελλ. φρ. 1. «βρέχει με τ ασκί» βρέχει ραγδαία 2. «τον έκανε ασκί στο ξύλο» τον έδειρε πολύ 3. «δεν έχει πάει με δικό του ασκί στο μύλο» δεν έχει… …   Dictionary of Greek

  • ασκί — το 1. τουλούμι: Του έδωσαν ένα ασκί λάδι. 2. μτφ., αλαζόνας, φαντασμένος: Αυτός είναι ένα φουσκωμένο ασκί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ephesia Grammata — ( Ephesian words ) are Ancient Greek magical formulas attested from the 5th or 4th century BC. According to Pausanias the Lexicographer (Eust. ad Od. 20, 247, p. 1864), their name derives from their being inscribed on the cult image of Artemis in …   Wikipedia

  • ασκίσιος — α, ο [ασκί] αυτός που διατηρείται μέσα σε ασκί («ασκίσιες ελιές», «ασκίσιο τυρί») …   Dictionary of Greek

  • ασκομαχώ — ( άω) αναπνέω με δυσκολία, λαχανιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασκώνω «φουσκώνω, γίνομαι σαν ασκί, φυσώ σαν το ασκί» + μαχώ (πρβλ. αγκομαχώ)] …   Dictionary of Greek

  • МАГИЯ —    • Magia, magica ars,          чародейство. M. и религия имеют одну почву; и та и другая прежде всего основываются на той зависимости, в которой находится человек от окружающей его природы, наполненной неосязательными духами. Если человек… …   Реальный словарь классических древностей

  • Zauberei — Zauberei, ist die Art des Aberglaubens, bei welcher der Versuch zur Beschränkung des göttlichen Waltens durch positives Eingreifen des menschlichen Thuns gemacht wird, unter der Voraussetzung der Mitwirkung übernatürlicher Mächte u. Kräfte,… …   Pierer's Universal-Lexikon

  • άσκωμα — ἄσκωμα, το (Α) 1. δερμάτινη επένδυση, παρεμβολή που τοποθετείται στον σκαρμό για εύκολη κίνηση των κουπιών 2. φουσκωμένο ασκί 3. φυσερό 4. ο μαστός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασκός (πρβλ. αέτωμα < αετός, ύβωμα < ύβος κ.ά.] …   Dictionary of Greek

  • έχω — (I) (ΑΜ ἔχω) 1. κρατώ κάτι στα χέρια μου, είμαι ο κάτοχος (κύριος, ιδιοκτήτης) ενός πράγματος («έχει σπίτια και κτήματα») 2. (για προσωπική κράτηση) κρατώ, φυλάω («τόν έχουν μέσα» ή «τόν έχουν στη φυλακή») 3. (για δήλωση συγγενικού δεσμού ή άλλης …   Dictionary of Greek

  • ασκομαντούρα — Πνευστό όργανο, γνωστό απότην αρχαιότητα και εξαιρετικά δημοφιλές στην Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα. Σήμερα το συναντούμε με ποικίλα ονόματα και σχήματα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Λέγεται και ασκοτσάμπουνο, τσαμπούνα και γκάιντα. Αποτελείται από… …   Dictionary of Greek

  • ασκοτσαμπούνα — η και ασκοτσάμπουνο, το η ασκομαντούρα, ο άσκαυλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασκί + τσαμπούνα η, «είδος αυλού»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»